to luxuriate
Pronunciation
/lʌɡʒˈʊɹɹɪˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "luxuriate"στα αγγλικά

to luxuriate
01

ακμάζω, ανθώ

(of plants and animals) to grow and spread out very well in favorable conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
luxuriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
luxuriates
ενεστώτα μετοχή
luxuriating
απλός αόριστος
luxuriated
παθητική μετοχή
luxuriated
Παραδείγματα
Where the river emptied into the lake, cattails and bulrushes luxuriated, their populations multiplying rapidly in the optimal conditions.
Όπου ο ποταμός χυνόταν στη λίμνη, τα καλάμια και οι σχοινόχορτα εξαπλώθηκαν, ο πληθυσμός τους πολλαπλασιάστηκε γρήγορα στις βέλτιστες συνθήκες.
02

απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι

to enjoy nice things like comfort, food, or relaxing activities to a very high degree
Παραδείγματα
On their vacation, the couple is luxuriating on the private beach, relaxing in the sun with cool drinks.
Στις διακοπές τους, το ζευγάρι απολαμβάνει στην ιδιωτική παραλία, χαλαρώνοντας στον ήλιο με δροσιστικά ποτά.
03

απολαμβάνω υπερβολικά, ευχαριστιέμαι

enjoy to excess

Λεξικό Δέντρο

luxuriation
luxuriate
luxuri
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store