to luxuriate
lux
lʌg
lag
u
ˈzjʊə
zyue
riate
ˌrieɪt
rieit

Ορισμός και σημασία του "luxuriate"στα αγγλικά

to luxuriate
01

ακμάζω, ανθώ

(of plants and animals) to grow and spread out very well in favorable conditions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
luxuriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
luxuriates
ενεστώτα μετοχή
luxuriating
απλός αόριστος
luxuriated
παθητική μετοχή
luxuriated
Παραδείγματα
Thanks to the abundant rainfall that season, the tropical orchids luxuriated on the forest floor, exploding with lush blooms. 

Χάρη στις άφθονες βροχοπτώσεις εκείνη την εποχή, τα τροπικά ορχιδέες εξελίχθηκαν στο δάπεδο του δάσους, εκρηγνύοντας με πλούσιες ανθίσεις.

02

απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι

to enjoy nice things like comfort, food, or relaxing activities to a very high degree 
Παραδείγματα
After a long week of work, John luxuriated in a hot bath, savoring the feeling of relaxation. 

Μετά από μια μακρά εβδομάδα δουλειάς, ο John απολάμβανε ένα ζεστό μπάνιο, απολαμβάνοντας την αίσθηση της χαλάρωσης.

03

απολαμβάνω υπερβολικά, ευχαριστιέμαι

enjoy to excess 

Λεξικό Δέντρο

luxuriation
luxuriate
luxuri
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store