lumen
lu
ˈlu:
λου
men
mən
μαν
lumpenlimen

Ορισμός και σημασία του "lumen"στα αγγλικά

01

πόρος, κοιλότητα ή πέρασμα σε σωληνοειδές όργανο

a cavity or passage in a tubular organ 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lumina
02

λούμεν, μονάδα μέτρησης της φωτεινότητας

a unit measuring the brightness of light 
Παραδείγματα
The projector has a high lumen output, making it perfect for outdoor movie nights. 

Ο προβολέας έχει υψηλή έξοδο lumen, κάνοντάς τον ιδανικό για βραδιές κινηματογράφου υπαίθρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store