lugworm
lug
ˈlʌg
lag
worm
wɜ:m
vēm

Ορισμός και σημασία του "lugworm"στα αγγλικά

01

αμμοσκώληκας, θαλάσσιο σκουλήκι

a sandworm that lives near the sea and is used as bait for fishing 
lugworm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lugworms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store