luge
luge
lu:ʒ
loozh
lunge

Ορισμός και σημασία του "luge"στα αγγλικά

01

λουτζ, αγωνιστικό έλκηθρο

a racing sled on which competitors lie face-up and feet-first, sliding feet-forward down an icy track 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
luges
Παραδείγματα
She focused on maintaining a streamlined posture in the luge. 

Συγκεντρώθηκε στη διατήρηση μιας αεροδυναμικής στάσης στο λουτζ.

to luge
01

τσουλάω με έλκηθρο, κάνω λουτζ

move along on a luge or toboggan 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
luge
γ΄ ενικό πρόσωπο
luges
ενεστώτα μετοχή
luging
απλός αόριστος
luged
παθητική μετοχή
luged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store