Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to luck out
[phrase form: luck]
01
τυγχάνω καλή τύχη, είμαι τυχερός
to experience good luck
Dialect
American
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
luck
ενεστώτας
luck out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lucks out
ενεστώτα μετοχή
lucking out
απλός αόριστος
lucked out
παθητική μετοχή
lucked out
Παραδείγματα
The investor lucked out when the stock market suddenly surged, increasing the value of their investment.
Ο επενδυτής έτυχε όταν η χρηματιστηριακή αγορά αυξήθηκε ξαφνικά, αυξάνοντας την αξία της επένδυσής τους.



























