Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to luck out
01
τυγχάνω καλή τύχη, είμαι τυχερός
to experience good luck
Dialect
American
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
luck
ενεστώτας
luck out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lucks out
ενεστώτα μετοχή
lucking out
απλός αόριστος
lucked out
παθητική μετοχή
lucked out
Παραδείγματα
I lucked out when I got that job offer. It was the perfect opportunity for me.
Ήμουν τυχερός όταν πήρα αυτήν την προσφορά εργασίας. Ήταν η τέλεια ευκαιρία για μένα.



























