Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asceticism
01
ασκητισμός, εγκράτεια
rigorous self-denial and active self-restraint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ασκητισμός
the trait of great self-denial (especially refraining from worldly pleasures)
03
ασκητισμός, αυστηρότητα
a practice that advocates letting go of all the material, mortal, or pleasurable things in order to enrich one's faith and spiritual abilities
Παραδείγματα
His life of asceticism focused on simplicity and spiritual purity.
Η ζωή του ασκητισμού επικεντρώθηκε στην απλότητα και την πνευματική αγνότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
asceticism
ascetic
ascet



























