loyalty
loyal
ˈlɔɪəl
loyel
ty
ti
ti
loyally

Ορισμός και σημασία του "loyalty"στα αγγλικά

01

αφοσίωση, πιστότητα

a strong sense of commitment, faithfulness, and devotion towards someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her loyalty to her friends is unquestionable. 

Η αφοσίωσή της στους φίλους της είναι αδιαμφισβήτητη.

02

αφοσίωση

feelings of allegiance 
03

αφοσίωση, πιστότητα

the act of binding yourself (intellectually or emotionally) to a course of action 

Λεξικό Δέντρο

disloyalty
loyalty
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store