Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loyalty
01
αφοσίωση, πιστότητα
a strong sense of commitment, faithfulness, and devotion towards someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her loyalty to her friends is unquestionable.
Η αφοσίωσή της στους φίλους της είναι αδιαμφισβήτητη.
02
αφοσίωση
feelings of allegiance
03
αφοσίωση, πιστότητα
the act of binding yourself (intellectually or emotionally) to a course of action
Λεξικό Δέντρο
disloyalty
loyalty



























