lowlands
low
ˈləʊ
lew
lands
ləndz
lēndz

Ορισμός και σημασία του "lowlands"στα αγγλικά

01

πεδινές περιοχές, πεδιάδες

the southern part of Scotland that is not mountainous 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lowlands

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store