Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lowering
01
σκοτεινός, νεφοσκεπής
darkened by clouds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lowering
συγκριτικός βαθμός
more lowering
διαβαθμίσιμο
Lowering
01
μείωση, κατάβαση
the act of causing or having a decrease in value, quality, strength, quantity, intensity, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Lowering the speed limit on highways can improve road safety.
Η μείωση του ορίου ταχύτητας στις αυτοκινητοδρόμους μπορεί να βελτιώσει την ασφάλεια του δρόμου.
02
μείωση
the act of causing something to move to a lower level
Λεξικό Δέντρο
loweringly
lowering
lower



























