lowering
lowe
ˈləʊə
lewe
ring
rɪng
ring
lockring

Ορισμός και σημασία του "lowering"στα αγγλικά

01

σκοτεινός, νεφοσκεπής

darkened by clouds 
lowering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lowering
συγκριτικός βαθμός
more lowering
διαβαθμίσιμο
01

μείωση, κατάβαση

the act of causing or having a decrease in value, quality, strength, quantity, intensity, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lowerings
Παραδείγματα
The company is considering the lowering of its prices to attract more customers. 

Η εταιρεία εξετάζει τη μείωση των τιμών της για να προσελκύσει περισσότερους πελάτες.

02

μείωση

the act of causing something to move to a lower level 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store