Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lowering
01
σκοτεινός, νεφοσκεπής
darkened by clouds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lowering
συγκριτικός βαθμός
more lowering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
weather, sky, atmosphere
Lowering
01
μείωση, κατάβαση
the act of causing or having a decrease in value, quality, strength, quantity, intensity, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lowerings
Παραδείγματα
The company is considering the lowering of its prices to attract more customers.
Η εταιρεία εξετάζει τη μείωση των τιμών της για να προσελκύσει περισσότερους πελάτες.
02
μείωση
the act of causing something to move to a lower level
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
loweringly
lowering
lower



























