lowering
lowe
ˈloʊɜ
λουερ
ring
rɪng
ρινγκ
/lˈəʊəɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "lowering"στα αγγλικά

01

σκοτεινός, νεφοσκεπής

darkened by clouds
lowering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lowering
συγκριτικός βαθμός
more lowering
διαβαθμίσιμο
01

μείωση, κατάβαση

the act of causing or having a decrease in value, quality, strength, quantity, intensity, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Lowering the speed limit on highways can improve road safety.
Η μείωση του ορίου ταχύτητας στις αυτοκινητοδρόμους μπορεί να βελτιώσει την ασφάλεια του δρόμου.
02

μείωση

the act of causing something to move to a lower level
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store