lout
lout
laʊt
λαουτ
bouttoutnowtrout

Ορισμός και σημασία του "lout"στα αγγλικά

01

αγροίκος, αγενής

a rude, aggressive, or boorish person who behaves crudely 
lout definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
louts
Παραδείγματα
The lout shoved people aside to get to the front row. 

Ο αγροίκος έσπρωξε τους ανθρώπους στην άκρη για να φτάσει στην πρώτη σειρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

loutish
lout
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store