lout
lout
laʊt
lawt
/lˈa‍ʊt/

Ορισμός και σημασία του "lout"στα αγγλικά

01

αγροίκος, αγενής

a rude, aggressive, or boorish person who behaves crudely
lout definition and meaning
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
louts
Παραδείγματα
The football hooligan was a classic lout starting fights.
Ο χούλιγκαν του ποδοσφαίρου ήταν ένας κλασικός αγροίκος που ξεκινούσε καυγάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store