Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ascendancy
01
υπεροχή, κυριαρχία
a position of dominant power, influence, or control over others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The company's ascendancy in the tech market came after years of innovation.
Η υπεροχή της εταιρείας στην τεχνολογική αγορά ήρθε μετά από χρόνια καινοτομίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ascendancy
ascendance
ascend



























