louse up
louse
laʊs
λαουσ
up
ʌp
απ
/lˈaʊs ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "louse up"στα αγγλικά

to louse up
01

χαλάω, καταστρέφω

make a mess of, destroy or ruin
to louse up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
louse
ενεστώτας
louse up
γ΄ ενικό πρόσωπο
louses up
ενεστώτα μετοχή
lousing up
απλός αόριστος
loused up
παθητική μετοχή
loused up
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store