lough
lough
laʊ
λαου
British pronunciation
/lˈʌf/

Ορισμός και σημασία του "lough"στα αγγλικά

01

λίμνη, υγρό τοπίο

a body of water, typically a lake or inlet, commonly found in Ireland
example
Παραδείγματα
The rugged landscape surrounding the loughs provides a stunning backdrop for outdoor enthusiasts, who enjoy hiking, cycling, and exploring the scenic countryside.
Το ανώμαλο τοπίο που περιβάλλει τις λιμνούλες προσφέρει ένα εντυπωσιακό σκηνικό για τους λάτρεις της υπαίθρου, που απολαμβάνουν πεζοπορία, ποδηλασία και εξερεύνηση της γραφικής ύπαιθρου.
02

lough, μακρύ στενό (σχεδόν κλειστό) κολπίσκο στην Ιρλανδία

a long narrow (nearly landlocked) cove in Ireland
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store