Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loudness
01
ηχηρότητα, ένταση ήχου
the magnitude of sound (usually in a specified direction)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
επίδειξη, κακογουστιά
tasteless showiness
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
loudness
loud



























