lost cause
lost
lɒst
lost
cause
kɔ:z
kawz

Ορισμός και σημασία του "lost cause"στα αγγλικά

01

χαμένη υπόθεση, απελπιστική περίπτωση

a thing or person that is impossible to improve or succeed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lost causes
Παραδείγματα
After numerous failed attempts, the project seemed like a lost cause. 

Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, το έργο φαινόταν να είναι μια χαμένη υπόθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store