lost cause
Pronunciation
/lˈɔst kˈɔːz/

Ορισμός και σημασία του "lost cause"στα αγγλικά

01

χαμένη υπόθεση, απελπιστική περίπτωση

a thing or person that is impossible to improve or succeed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lost causes
Παραδείγματα
The neglected garden was viewed as a lost cause by the new homeowners.
Ο παραμελημένος κήπος θεωρήθηκε χαμένη υπόθεση από τους νέους ιδιοκτήτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store