Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lost cause
01
χαμένη υπόθεση, απελπιστική περίπτωση
a thing or person that is impossible to improve or succeed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lost causes
Παραδείγματα
The neglected garden was viewed as a lost cause by the new homeowners.
Ο παραμελημένος κήπος θεωρήθηκε χαμένη υπόθεση από τους νέους ιδιοκτήτες.



























