Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look on
01
παρακολουθώ χωρίς να παρεμβαίνω, παρίσταμαι ως θεατής
to watch an event or incident without getting involved
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look on
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks on
ενεστώτα μετοχή
looking on
απλός αόριστος
looked on
παθητική μετοχή
looked on
Παραδείγματα
Passers-by simply looked on as the two men argued heatedly on the sidewalk.
Οι περαστικοί απλώς κοιτούσαν ενώ οι δύο άντρες διαφωνούσαν έντονα στο πεζοδρόμιο.
02
βλέπω, θεωρώ
to regard someone or something in a particular way, especially with a specific perspective or understanding
Complex Transitive: to look on sb/sth with a specific attitude | to look on sb/sth as sb/sth
Παραδείγματα
The teacher looked on the student's essay with favor, admiring its creativity and insightful analysis.
Ο δάσκαλος κοίταξε την έκθεση του μαθητή με εύνοια, θαυμάζοντας τη δημιουργικότητα και τη διαισθητική ανάλυσή της.



























