loo
loo
lu:
loo
gnudewcuehew

Ορισμός και σημασία του "loo"στα αγγλικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

a toilet or bathroom 
Dialectbritish flagBritish
loo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loos
Παραδείγματα
I’ll be back in a minute; I need to use the loo. 

Θα επιστρέψω σε ένα λεπτό· πρέπει να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store