Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Londoner
01
Λονδρέζος, Λονδρέζα
a native or resident of London
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Londoners
LanGeek



























