Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loin of lamb
01
φιλέτο αρνιού, λούμπα αρνιού
meat from a loin of lamb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loins of lamb



























