Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
logically
01
λογικά
in a way that makes sense based on clear thinking or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She figured out logically that the keys must be in her bag.
Εκείνη λογικά κατάλαβε ότι τα κλειδιά πρέπει να είναι στην τσάντα της.
02
λογικά
in a logical manner
Λεξικό Δέντρο
illogically
logically
logical
logic



























