Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to log off
01
αποσυνδέομαι, κλείνω τη σύνδεση
to stop a connection to an online account or computer system by doing specific actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
log
ενεστώτας
log off
γ΄ ενικό πρόσωπο
logs off
ενεστώτα μετοχή
logging off
απλός αόριστος
logged off
παθητική μετοχή
logged off
Παραδείγματα
I need to log off my work computer before leaving for the day.
Πρέπει να αποσυνδεθώ από τον υπολογιστή της δουλειάς μου πριν φύγω για την ημέρα.
02
αποσυνδέω, τερματίζω τη συνεδρία
to cause someone to end their use of a computer system, online account, or application
Παραδείγματα
The system will log you off automatically after you have been inactive for a certain period.
Το σύστημα θα σας αποσυνδέσει αυτόματα μετά από μια περίοδο αδράνειας.



























