lodgings
lo
ˈlɒ
λο
dgings
ʤɪngz
τζινγκζ

Ορισμός και σημασία του "lodgings"στα αγγλικά

01

διαμονή, καταλύματα

temporary accommodations, such as hotels, hostels, or rented rooms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lodgings
Παραδείγματα
We found comfortable lodgings for the weekend getaway. 

Βρήκαμε άνετα διαμερίσματα για το σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store