Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Locking
01
κλείδωμα, κλείσιμο
the act of locking something up to protect it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
λοκίνγκ
a dance style characterized by distinctive, fluid movements, freezes, and "locks" performed to funk or disco music
Λεξικό Δέντρο
locking
lock



























