loader
loa
ˈləʊ
λεου
der
ντα
leaderloanerloafer

Ορισμός και σημασία του "loader"στα αγγλικά

01

φορτωτής, ξεφορτωτής

a laborer who loads and unloads vessels in a port 
loader definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loaders
02

φορτωτής, βοηθός φόρτωσης

an attendant who loads guns for someone shooting game 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autoloader
loader
load
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store