Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lividity
01
χλωμάδα, ακραία χλωμάδα
unnatural lack of color in the skin (as from bruising or sickness or emotional distress)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lividities
02
οργή, ακραία οργή
a state of fury so great the face becomes discolored
LanGeek



























