livelihood
live
ˈlaɪv
laiv
li
li
hood
hʊd
hood
likelihood

Ορισμός και σημασία του "livelihood"στα αγγλικά

01

μέσο διαβίωσης, επιβίωση

the resources or activities upon which an individual or household depends for their sustenance and survival 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
livelihoods
Παραδείγματα
Farming is the primary livelihood for many rural communities, providing food and income. 

Η γεωργία είναι το κύριο μέσο διαβίωσης για πολλές αγροτικές κοινότητες, παρέχοντας τροφή και εισόδημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store