to live together
Pronunciation
/lˈaɪv təɡˈɛðɚ/

Ορισμός και σημασία του "live together"στα αγγλικά

to live together
01

ζουν μαζί, συγκατοικούν

to share a home and have a romantic or sexual relationship, especially referring to couples who are not married
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live together
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives together
ενεστώτα μετοχή
living together
απλός αόριστος
lived together
παθητική μετοχή
lived together
Παραδείγματα
Many couples choose to live together as a way of testing their compatibility before marriage.
Πολλά ζευγάρια επιλέγουν να ζουν μαζί ως τρόπο δοκιμής της συμβατότητάς τους πριν από το γάμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store