to live together
live
ˈlɪv
liv
to
ge
ge
ge
ther
ðə
dhē

Ορισμός και σημασία του "live together"στα αγγλικά

to live together
01

ζουν μαζί, συγκατοικούν

to share a home and have a romantic or sexual relationship, especially referring to couples who are not married 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live together
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives together
ενεστώτα μετοχή
living together
απλός αόριστος
lived together
παθητική μετοχή
lived together
Παραδείγματα
They’ve been living together for five years but don’t feel the need to get married. 

Ζουν μαζί για πέντε χρόνια αλλά δεν αισθάνονται την ανάγκη να παντρευτούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store