liturgy
li
ˈlɪ
li
tur
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "liturgy"στα αγγλικά

01

λειτουργία

a fixed set of rites or prayers used for religious ceremonies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liturgies
02

λειτουργία, θρησκευτική τελετή

a Christian sacrament commemorating the Last Supper by consecrating bread and wine 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store