little-known
little
lɪtl
litl
known
nəʊn
newn

Ορισμός και σημασία του "little-known"στα αγγλικά

little-known
01

λίγο γνωστό, άγνωστο

not widely or generally recognized 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
least-known
συγκριτικός βαθμός
lesser-known
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book explores a little-known historical event. 

Το βιβλίο εξερευνά ένα λιγότερο γνωστό ιστορικό γεγονός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store