Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lithograph
01
λιθογραφία, λιθογραφικό αντίτυπο
a print made by using a stone or metal plate to transfer an image to paper
02
λιθογράφος, μηχανή λιθογραφίας
duplicator that prints by lithography; a flat surface (of stone or metal) is treated to absorb or repel ink in the desired pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lithographs
to lithograph
01
λιθογραφώ, κάνω λιθογραφία
to print something via stone or metal carved in a particular way so that ink only sticks to the intended parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lithograph
γ΄ ενικό πρόσωπο
lithographs
ενεστώτα μετοχή
lithographing
απλός αόριστος
lithographed
παθητική μετοχή
lithographed
Λεξικό Δέντρο
lithographic
lithograph



























