lithium
li
ˈlɪ
λι
thium
θiəm
θιαμ
Li

Ορισμός και σημασία του "lithium"στα αγγλικά

01

λίθιο

a soft, silver-white metal element, characterized by its light weight and high reactivity, commonly used in rechargeable batteries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lithiums
Παραδείγματα
The chemist studied the properties of lithium in various chemical reactions. 

Ο χημικός μελέτησε τις ιδιότητες του λιθίου σε διάφορες χημικές αντιδράσεις.

02

λίθιο, ανθρακικό λίθιο

a form of medicine mainly used to control mood in individuals with bipolar disorder 
Παραδείγματα
Some people may experience side effects when starting lithium treatment. 

Μερικοί άνθρωποι μπορεί να βιώσουν παρενέργειες όταν ξεκινούν τη θεραπεία με λίθιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store