liter
li
ˈli:
li
ter
laterlitterlisterlifer
litre
L

Ορισμός και σημασία του "liter"στα αγγλικά

01

λίτρο, λίτρο

a unit for measuring an amount of liquid or gas that equals 2.11 pints 
liter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
liters
Παραδείγματα
She drank half a liter of orange juice. 

Ήπιε μισό λίτρο πορτοκαλάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store