Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
artless
01
αθώος, απλοϊκός
simple and free from cunning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most artless
συγκριτικός βαθμός
more artless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her artless charm won over even the harshest critics.
Η απλοϊκή γοητεία της κέρδισε ακόμη και τους πιο σκληρούς κριτικούς.
02
απλοϊκός, αφελής
unable or unwilling to conceal feelings
Παραδείγματα
He blushed with artless delight at the compliment.
Κοκκίνισε με απλόχαρη απόλαυση από το κομπλιμέντο.
03
αδέξιος, άπειρος
lacking skill, training, or sophistication in artistic or intellectual pursuits
Παραδείγματα
The artless student struggled with basic composition.
Ο αδέξιος μαθητής αγωνίστηκε με τη βασική σύνθεση.
04
χωρίς καλλιτεχνική ποιότητα, απούσα καλλιτεχνική ποιότητα
devoid of artistic quality
Παραδείγματα
The drawing was artless, more scribble than sketch.
Το σχέδιο ήταν χωρίς τέχνη, περισσότερο κατσάρισμα παρά σκίτσο.
Λεξικό Δέντρο
artlessly
artlessness
artless
art



























