Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
listlessly
01
χωρίς ενέργεια, με αδιαφορία
in a manner lacking energy, enthusiasm, or interest
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She walked listlessly down the street, her mind elsewhere.
Περπατούσε αδιάφορα στον δρόμο, το μυαλό της αλλού.



























