Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Listening
01
ακρόαση
the act of paying careful attention to hear a sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
relistening
listening
listen



























