listening
list
ˈlɪs
lis
e
ə
ē
ning
nɪng
ning
lighteninglikening

Ορισμός και σημασία του "listening"στα αγγλικά

01

ακρόαση

the act of paying careful attention to hear a sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
listenings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

relistening
listening
listen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store