Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Liquidation
01
εκκαθάριση, χρεοκοπία
the process of closing a business by selling its assets to pay off debts and distribute any remaining value to shareholders
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liquidations
Παραδείγματα
The company entered liquidation after years of financial losses.
Η εταιρεία μπήκε σε εκκαθάριση μετά από χρόνια οικονομικών ζημιών.
02
εκκαθάριση, εξάλειψη
the act of killing or eliminating someone or something, especially deliberately or systematically
Παραδείγματα
The dictator ordered the liquidation of political opponents.
Ο δικτάτορας διέταξε τη εκκαθάριση των πολιτικών αντιπάλων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
liquidation
liquidate
liquid



























