liquid assets
liq
ˈlɪk
lik
uid
wɪd
vid
a
æ
ā
ssets
sɛts
sets

Ορισμός και σημασία του "liquid assets"στα αγγλικά

01

ρευστά περιουσιακά στοιχεία, πραγματοποιήσιμες αξίες

any item of value that can be sold easily or the amount of cash available to a company 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liquid assets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store