Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liquefy
01
υγροποιώ, λιώνω
to change from a solid state and become fluid or liquid
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liquefy
γ΄ ενικό πρόσωπο
liquefies
ενεστώτα μετοχή
liquefying
απλός αόριστος
liquefied
παθητική μετοχή
liquefied
Παραδείγματα
As the temperature rose, the snow on the ground started to liquefy.
Καθώς η θερμοκρασία αυξανόταν, το χιόνι στο έδαφος άρχισε να υγροποιείται.
02
υγροποιώ, λιώνω
to cause a substance to change from a solid state to a liquid state by applying heat
Transitive: to liquefy a substance
Παραδείγματα
The heat from the torch liquified the metal, allowing it to be poured into a mold.
Η θερμότητα από το πυρσό υγροποίησε το μέταλλο, επιτρέποντάς το να χυθεί σε ένα καλούπι.
Λεξικό Δέντρο
liquefiable
liquefy
liquid



























