artisan
ar
ˈɑ:
aa
ti
ti
san
zæn
zān

Ορισμός και σημασία του "artisan"στα αγγλικά

01

τεχνίτης, χειροτέχνης

a skilled craftsperson who creates objects partly or entirely by hand 
artisan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
artisans
Παραδείγματα
The artisan crafted beautiful pottery by hand. 

Ο τεχνίτης δημιούργησε όμορφα κεραμικά με το χέρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

artisanal
artisan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store