Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lip service
01
κενές υποσχέσεις, ψεύτικες υποσχέσεις
an insincere offer or promise of support, assistance, etc.
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lip services
Παραδείγματα
The politician gave lip service to environmental protection but took no action to address the issue.
Ο πολιτικός έδωσε κενές υποσχέσεις για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά δεν έλαβε καμία δράση για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.



























