lip service
lip
ˈlɪp
lip
ser
sɜ:
vice
vɪs
vis

Ορισμός και σημασία του "lip service"στα αγγλικά

01

κενές υποσχέσεις, ψεύτικες υποσχέσεις

an insincere offer or promise of support, assistance, etc. 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lip services
Παραδείγματα
The politician gave lip service to environmental protection but took no action to address the issue. 

Ο πολιτικός έδωσε κενές υποσχέσεις για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά δεν έλαβε καμία δράση για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store