Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lipid
01
λιπίδιο, λίπος
any of a class of organic substances that do not dissolve in water that include many natural oils, waxes, and steroids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lipids



























