lipid
li
ˈlaɪ
λαι
pid
pəd
παντ
/lˈɪpɪd/

Ορισμός και σημασία του "lipid"στα αγγλικά

01

λιπίδιο, λίπος

any of a class of organic substances that do not dissolve in water that include many natural oils, waxes, and steroids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lipids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store