Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lip-synch
01
συγχρονίζω τα χείλη, κάνω playback
to move one's lips in synchronization with recorded music or speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lip-synch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lip-synchs
ενεστώτα μετοχή
lip-synching
απλός αόριστος
lip-synched
παθητική μετοχή
lip-synched
Παραδείγματα
The singer lip-synchs during all of her performances, relying on prerecorded vocals to enhance her stage presence.
Η τραγουδίστρια συγχρονίζει τα χείλη κατά τη διάρκεια όλων των εμφανίσεών της, βασιζόμενη σε προηγουμένως ηχογραφημένες φωνές για να ενισχύσει την σκηνική της παρουσία.



























