Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Linguistic communication
01
γλωσσική επικοινωνία, γλωσσική ανταλλαγή
a systematic means of communicating by the use of sounds or conventional symbols
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
linguistic communications
LanGeek



























