Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
linguistic communication
/lɪŋɡwˈɪstɪk kəmjˌuːnɪkˈeɪʃən/
Linguistic communication
01
γλωσσική επικοινωνία, γλωσσική ανταλλαγή
a systematic means of communicating by the use of sounds or conventional symbols
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























