Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
linguistic
01
γλωσσολογικός, γλωσσικός
related to the science of language, including its structure, usage, and evolution
Παραδείγματα
Linguistic barriers can make communication in multicultural teams challenging.
Οι γλωσσικές barières μπορούν να κάνουν την επικοινωνία σε πολυπολιτισμικές ομάδες προκλητική.
02
γλωσσολογικός, γλωσσικός
connected with or pertaining to language in general
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The festival celebrated linguistic heritage.
Το φεστιβάλ γιόρτασε τη γλωσσική κληρονομιά.
Λεξικό Δέντρο
nonlinguistic
linguistic
linguist
lingu



























