Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
articulatio radiocarpea
/ɑːɹtˌɪkjʊlˈeɪʃɪˌoʊ ɹˌeɪdɪoʊkˈɑːɹpiə/
Articulatio radiocarpea
01
αρθρώση καρπού, άρθρωση καρπού
a joint between the distal end of the radius and the proximal row of carpal bones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
articulationes radiocarpae



























