limpet
lim
ˈlɪm
lim
pet
pɪt
pit

Ορισμός και σημασία του "limpet"στα αγγλικά

01

πατέλλα, λιμνόστρεκο

a small marine mollusk of the gastropod family that sticks tightly to the rocks 
limpet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
limpets
02

πατέλα, λίμπετ

mollusk with a low conical shell 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store