Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Limpet
01
πατέλλα, λιμνόστρεκο
a small marine mollusk of the gastropod family that sticks tightly to the rocks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
limpets
02
πατέλα, λίμπετ
mollusk with a low conical shell
LanGeek



























