lilting
Pronunciation
/lˈɪltɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "lilting"στα αγγλικά

01

μελωδικός, ρυθμικός

a cheerful, rhythmic, and melodious quality in music or speech that has a pleasant effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lilting
συγκριτικός βαθμός
more lilting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He spoke with a lilting accent that was charming.
Μίλησε με μια μελωδική προφορά που ήταν γοητευτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store