lilium
li
ˈlɪ
li
lium
liəm
liēm
lolium

Ορισμός και σημασία του "lilium"στα αγγλικά

01

λίλιο, τυπογενές γένος των Liliaceae

type genus of Liliaceae 
lilium definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liliums

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store